Περιφερική αγγειακή νόσος

Στους διαβητικούς εμφανίζεται συχνότερα στις αρτηρίες κάτωθεν του γόνατος, ενώ στους μη διαβητικούς αφορά κυρίως στην αορτή, τα λαγόνια και τα μηριαία αγγεία. Στους διαβητικούς οι αποφρακτικές βλάβες εντοπίζονται κάτω από τον τριχασμό της ιγνυακής  αρτηρίας και αυτός είναι ένας από τους βασικούς λογούς που η πλειονότητα των ασθενών δεν εμφανίζει τυπική διαλείπουσα χωλότητα. Οι ασθενείς συχνά αναφέρουν καυσαλγίες στα πόδια και υπαισθησία (τύπου κάλτσας).

Λόγω της συνυπάρχουσας διαβητικής νευροπάθειας, επιπόλαιοι αλλά και σοβαρότεροι τραυματισμοί στα πόδια και κυρίως στα πέλματα και στα δάκτυλα, μπορεί να μη γίνουν αντιληπτοί και να εξελιχτούν σε βαριά φλεγμονή, ιστική νέκρωση και τελικά γάγγραινα. Χαρακτηριστική είναι η κατάληξη σε υγρή διαβητική γάγγραινα. Ο όρος διαβητικό πόδι εκφράζει την κλινική οντότητα που απορρέει από τη συνύπαρξη  αποφρακτικής αρτηριοπαθειας, με συνήθως ανεπαρκή παράπλευρη κυκλοφορία, της μικροαγγειοπάθειας, της νευροπάθειας και της μειωμένης αντίστασης στις λοιμώξεις.

Συχνή είναι η εμφάνιση ελκών, τα όποια διακρίνονται σε αμιγώς νευροπαθητικά, με χαρακτηριστική την εντόπιση στο πέλμα, αμιγώς ισχαιμικά και μεικτής αιτιολογίας. Η συχνότητα εμφάνισης ελκών των άκρων ποδών στους διαβητικούς υπολογίζεται στο 10-15%. Τα έλκη αυτά αποτελούν πύλη εισόδου μικρόβιων και οδηγούν στην εμφάνιση λοιμώξεων του διαβητικού ποδιού. Οι λοιμώξεις αυτές είναι κατά κανόνα πολυμικροβιακής αιτιολογίας (μεικτή χλωρίδα αερόβιων και αναερόβιων). Συμφώνα με πρόσφατες μελέτες σ΄ ένα σημαντικό ποσοστό που φαίνεται ότι αφορά το 50%  των περιπτώσεων οι λοιμώξεις του διαβητικού ποδιού συνοδεύονται από οστεομυελίτιδα, η όποια δεν εκδηλώνεται απαραίτητα με θορυβώδη συμπτωματολογία. Η πρόγνωση είναι καλύτερη για τα αμιγώς νευροπαθητικά έλκη.  Σ΄ ένα μεγάλο ποσοστό, που φτάνει μέχρι και το 50% των περιπτώσεων καταλήγουν σε μείζονα η ελάσσονα ακρωτηριασμό. Ο ακρωτηριασμός είναι 3 με 4 φορές συχνότερος μεταξύ των διαβητικών. Η δε μετεγχειρητική θνησιμότητα είναι 4 φορές μεγαλύτερη από ότι στους μη διαβητικούς.

 

ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Πρωταρχική σημασία έχει η πρωτογενής και η δευτερογενής πρόληψη. Απαιτείται κατά το δυνατόν ιδανική ρύθμιση του μεταβολισμού του σακχάρου. Επίσης σημαντική είναι η τροποποίηση των υπολοίπων παραγόντων του καρδιαγγειακού κινδύνου, όπως η διακοπή του καπνίσματος, η διατήρηση του ιδανικού σωματικού βάρους, η συστηματική μυϊκή άσκηση, η διαιτητική ή και φαρμακευτική αντιμετώπιση της υπερλιπιδαιμίας και ο έλεγχος της αρτηριακής υπέρτασης.

Για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της αποφρακτικής αρτηριοπάθειας των κάτω ακρών και της εγκεφαλοαγγειακής νόσου ισχύουν οι ίδιες αρχές στους διαβητικούς, όπως και στους μη διαβητικούς. Για την πρωτογενή και δευτερογενή πρόληψη  χορηγούνται κυρίως  αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες. Οι αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην κλινική πράξη είναι η ασπιρίνη η διπυριδαμόλη, η τικλοπιδίνη.

Όσον αφορά την αποφρακτική αρτηριοπάθεια των κάτω ακρών, η εργοθεραπεία αποτελεί πιθανόν το σημαντικότερο θεραπευτικό μέσο για την συντηρητική αντιμετώπιση της.

Η συστηματική μυϊκή άσκηση αυξάνει την μεταστενωτική αιμάτωση.

Η εργοθεραπεία συνίσταται σε ασθενείς με διαλείπουσα χωλότητα ενώ  αντεδύκνειται  στα άτομα με κρίσιμη ισχαιμία.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *